Loading...

Εφαρμογη Αναλυσης Νερου

Παρακαλώ συμπληρώστε όλα τα πεδία της παρακάτω φόρμας και πατήστε το κουμπί ΑΝΑΛΥΣΗ.

* Υποχρεωτικά πεδία.

pH *
Αγωγιμότητα *
μS/cm
Θειικά Άλατα *
mg/L
Νιτρώδη Άλατα *
mg/L
Χλωριούχα *
mg/L
Νάτριο *
mg/L
Νιτρικά *
mg/L
Βόριο *
mg/L
Μαγνήσιο
mg/L
Ανθρακικό Ασβέστιο
mg/L
Ασβέστιο
mg/L
Κάλιο
mg/L
Συντελεστής Απορρόφησης Νατρίου
Δείκτης κορεσμού LSI
Υπολειπόμενο ανθρακικό νάτριο
Βιοχημικά απαιτούμενο οξυγόνο BOD
mg/L
Χημικά απαιτούμενο οξυγόνο COD
mg/L
Ενεργος Οξυτητα pH
Το pH στο αρδευτικό νερό βρίσκεται συνήθως μεταξύ 6,5 και 8,4. Στο εύρος αυτό δεν δημιουργούνται προβλήματα στις καλλιέργειες. Τιμή του pH έξω από αυτές τις τιμές αποτελεί ένδειξη για περαιτέρω έλεγχο του νερού καθώς μπορεί να περιέχει κάποιο τοξικό ιόν. Χρήση του για άρδευση μπορεί να προκαλέσει ανισορροπία στη θρέψη. Όταν η τιμή της ηλεκτρικής αγωγιμότητας είναι μικρότερη από 0,2 dS/cm συνηθίζεται το pH να είναι εκτός των επιθυμητών ορίων λόγω της μικρής ρυθμιστικής ικανότητας και χωρίς να παρουσιάζει άλλα προβλήματα. Μακροχρόνια χρήση σκληρού νερού (υψηλή περιεκτικότητα σε ασβέστιο και μαγνήσιο) μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση του pH του εδάφους. Η αύξηση του pH του εδάφους περί το 7 ή παραπάνω μειώνει την διαθεσιμότητα των περισσότερων ιχνοστοιχείων (χαλκού, σιδήρου, μαγγανίου και ψευδαργύρου) και του φωσφόρου.
Ηλεκτρικη Αγωγημοτητα EC
Στο νερό ύδρευσης η αυξηµένη αγωγιµότητα υποδηλώνει αυξηµένες ποσότητες διαλυμενων αλάτων, που ανάλογα µε τη φύση τους και τη συγκέντρωσή τους µπορεί να δηµιουργήσουν προβλήµατα υγείας. Αμεσα συνδεδεμενο με την αλατοτητα και την αισθηση της. Στα φυτα υψηλές τιμές ηλεκτρικής αγωγιμότητας δυσχεραίνουν την πρόσληψη νερού από τα φυτά λόγω αύξησης της ωσμωτικής πίεσης του εδαφικού διαλύματος. Εκτός από την μειωμένη ικανότητα πρόσληψης νερού από την καλλιέργεια, αυτό έχει επιπτώσεις και στην πρόσληψη στοιχείων όπως το ασβέστιο και το βόριο, η απορρόφηση των οποίων εξαρτάται από τον ρυθμό διαπνοής του φυτού.
Θειικα Αλατα
Κύρια προέλευση των θειϊκών ανιόντων είναι η διάλυση της γύψου και του ανυδρίτη, η χρήση θειϊκών λιπασµάτων Tύπου (NH4)2SO4, καθώς και η οξείδωση θειούχων ενώσεων (πυριτών), που εµφανίζονται σε αργιλικά πετρώµατα. Σε µεγάλες περιεκτικότητες θειικών ιόντων το νερό δρα ως καθαρτικό. Περιεκτικότητα όµως µεγαλύτερη από 250 mg/L σε θειϊκά ιόντα καθιστά τη χρήση των νερών προβληµατική για πόση (προσδίδει γεύση) και βιοµηχανική χρήση. Γενικά το θείο και οι ενώσεις του ευθύνονται για τα προβλήµατα οσµών και διαβρώσεων. Παρουσία οργανικής ύλης τα SO4 2- µπορεί να αναχθούν, κυρίως σε υδρόθειο (Η2S), το οποίο υδρόθειο έχει δυσάρεστη οσµή (κλουβια αυγα) και διαβρώνει τους αγωγούς µεταφοράς νερού.
Νιτρωδη
Εµφανίζεται ως ένα ενδιάµεσο στάδιο της βιολογικής ανασύνθεσης από ενώσεις που περιέχουν οργανικό άζωτο και είναι εξαιρετικά ασταθές. Η αµµωνία µετατρέπεται κάτω από αερόβιες συνθήκες σε νιτρώδη µε τη βοήθεια Bακηριδίων. Η παρουσία νιτρωδών αλλά και αµµωνίας υποδηλώνει ρύπανση από λύµατα. Σαν ανώτατη αποδεκτη συγκέντρωση νιτρωδών έχουν ορισθεί τα 50 mg/L. Στα επιφανειακά νερά η παρουσία των νιτρωδών ιόντων είναι περιορισµένη γιατί οξειδώνονται σε νιτρικά µε την παρουσία φωτός και βακτηριδίων. Στο νερο άρδευσης η παρουσία του ιοντος αυτου δεν είναι τοξική όμως σαν δεικτης που είναι υπομηνυει την πιθανόν ύπαρξη αλλων ανεπιθυμητων στοιχείων.
Χλωριουχα
Κύρια προέλευση είναι τα ιζηµατογενή πετρώµατα, που περιέχουν αργιλικά ορυκτά θαλάσσιας γένεσης, καθώς και οι εβαπορίτες. Άλλη πηγή αποτελεί η διείσδυση της θάλασσας στους παράκτιους υδροφόρους. Στις βιοµηχανικές περιοχές αύξηση του Cl- προέρχεται από την καύση των πλαστικών και τα θερµοηλεκτρικά εργοστάσια. 56 Τα χλωριούχα ιόντα συµβάλλουν στη διατήρηση της ηλεκτρικής ουδετερότητας των ερυθρών αιµοσφαιρίων και στην παραγωγή του υδροχλωρικού οξέος στο στοµάχι. Επιθυµητό όριο συγκέντρωσης των χλωριόντων στο πόσιµο νερό είναι 25 mg/L και το ανώτατο 250 mg/L. Σε µεγαλύτερες συγκεντρώσεις το νερό γίνεται γλυφό και ορισµένες επιδηµιολογικές µελέτες αναφέρουν ότι προκαλούνται καρδιαγγειακά προβλήµατα. Το ελεύθερο χλώριο χρησιµοποιείται για την απολύµανση του νερού, αλλά έχει παρενέργειες, λόγω των παράγωγων ενώσεων που δηµιουργούνται. Η τοξικότητα των ιόντων χλωρίου είναι η πλέον συνηθισμένη. Τα συνήθη συμπτώματα στα φυτά είναι το κάψιμο της κορυφής ή των περιθωρίων των φύλλων, ο σχηματισμός μεταλλικού κίτρινου χρώματος, η πρώιμη χλώρωση και η πτώση των φύλλων. Τα υφάλμυρα νερά έχουν υψηλές συγκεντρώσεις χλωριούχων ιόντων.
Νατριο
Το κάλιο σχετίζεται επίσης και µε καλιούχα λιπάσµατα. Η παρουσία των αλκαλίων σχετίζεται και µε τη διείσδυση της θάλασσας σε παράκτιους υδροφόρους ορίζοντες ή µε αεροµεταφερόµενα σταγονίδια από τη θάλασσα. Το ενδεικτικό επίπεδο συγκέντρωσης νατρίου στα υπόγεια νερά είναι τα 20 mg/L. Στο θαλασσινό νερό ανέρχεται σε 10.000 mg/L. Περισσότερο από 50 mg/L νατρίου και καλίου προκαλούν σαπωνοποίηση που επιταχύνει τη διάβρωση στους λέβητες, δηµιουργώντας κρούστα. Σε µικρές περιεκτικότητες το νάτριο και το κάλιο συµµετέχουν στην ωσµωτική ισορροπία του κυττάρου. Μεγάλες συγκεντρώσεις ιόντων νατρίου στο πόσιµο νερό επιφέρουν προβλήµατα στην υγεία των ανθρώπων που το χρησιµοποιούν (αυξάνει την αρτηριακή πίεση).
Νιτρικα
Τα νιτρικά ιόντα είναι το τελικό προϊόν της φυσικής αποσύνθεσης οργανικών αζωτούχων ενώσεων, όπως φυτικής και ζωικής πρωτεΐνης. Μπορεί να προέρχεται από ζωικά περιττώµατα, λιπάσµατα ή προηγούµενη χρήση του νερού από τον άνθρωπο. Μεγάλη περιεκτικότητα σε νιτρικό ανιόν υποδηλώνει την παρουσία βιολογικών ρύπων ή επίδραση ή ανάµειξη µε νερά άρδευσης από λιπαινόµενες γαίες. Το ανώτατο όριο συγκέντρωσης νιτρικών στο πόσιµο νερό έχει καθορισθεί σε 50 mg/L, ενώ το επιθυµητό όριο είναι 25 mg/L.Αυξηµένες περιεκτικότητες σε νιτρικά ιόντα προκαλούν βλάβες στον οργανισµό. Συγκεκριµένα κατηγορούνται για την πρόκληση διαφόρων µορφών καρκινογένεσης.
Βοριο
Το βόριο, σε αντίθεση µε το νάτριο, αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για την ανάπτυξη των διαφόρων καλλιεργειών, αλλά σε πολύ µικρή ποσότητα. Έτσι, µια σχετικά µικρή συγκέντρωση βορίου στο νερό άρδευσης, µπορεί να είναι τοξική σε ορισµένες ευαίσθητες στο βόριο καλλιέργειες. Για παράδειγµα, νερό µε περιεκτικότητα βορίου 1 µέρος στο εκατοµµύριο αναµένεται να δηµιουργήσει προβλήµατα στα εσπεριδοειδή, ενώ το ίδιο νερό θεωρείται κατάλληλο για άρδευση πολλών άλλων καλλιεργειών, όπως είναι οι πατάτες, οι ντοµάτες και το τριφύλλι. Τα συµπτώµατα τοξικότητας βορίου παρουσιάζονται πρώτα στα παλιά φύλλα σαν κιτρινίσµατα, κηλίδες ή περιφερειακές ξηράνσεις των άκρων των φύλλων. Με την πάροδο του χρόνου οι χλωρώσεις και οι ξηράνσεις συνήθως προχωρούν στο εσωτερικό των φύλλων µεταξύ των νεκρώσεων.
Μαγνησιο
Το µαγνήσιο (Mg2+) απαντάται στον ολιβίνη (Mg,Fe)SiO4, µαγνησίτη, δολοµίτη και τους χλωρίτες. Επίσης στα ανθρακικά πετρώµατα, στα οποία είναι περισσότερο άφθονο όταν περιέχουν µαγνησίτη (MgCO3) και δολοµίτη (CaCO3. MgCO3). Προέρχεται και από τη διάλυση αργιλικών ορυκτών, όπου βρίσκεται προσροφηµένο στο πλέγµα τους. O λόγος Ca/Mg στο θαλασσινό νερό είναι περίπου 0,25, σε υφάλµυρα νερά 1,5-3,7, ενώ σε ασβεστολιθικά νερά 1,6 και σε δολοµιτικά νερά 1,25. Τα ανωτέρω στοιχεία είναι απαραίτητα για την υγεία του ανθρώπου γιατί το ασβέστιο είναι διουρητικό, αντιυπερτασικό και αντιαλλεργικό και βοηθά στην πήξη του αίµατος, ενώ το µαγνήσιο βοηθά στην οµαλή λειτουργία του νευροµυικού συστήµατος.
Οξινα Ανθρακικα
Είναι το επικρατέστερο ανιόν στα γλυκά υπόγεια νερά. Προέρχεται από το CO2 της ατµόσφαιρας και το ελευθερούµενο στο έδαφος κατά την οργανική αποσύνθεση, σύµφωνα µε την αντίδραση: CaCO3 + CO2 + H2O → Ca2+ + 2(HCO3 - ) Επίσης προέρχονται από τη διάλυση των ανθρακικών πετρωµάτων από το νερό: CaCO3 + H+ → Ca2+ + HCO3 - Είναι σηµαντικό ιόν για την ανθρώπινη υγεία γιατί ρυθµίζει το pH του οργανισµού σε κατάλληλες τιµές. Υπάρχουν και φυσικά ανθρακούχα νερά που περιέχουν σε µεγάλες περιεκτικότητες HCO3 - και CO2. Οι σόδες αντίθετα προέρχονται από τα κοινά νερά µε προσθήκη CO2 και NaHCO3. Το CO2 προσδίδει στο νερό ευχάριστες ιδιότητες.
Ασβεστιο
Η κύρια προέλευση του ασβεστίου (Ca) είναι τα ανθρακικά ιζηµατογενή πετρώµατα και τα µάρµαρα.
Kαλιο
Το κάλιο σχετίζεται με λιπάσματα καλίου. Η παρουσία αλκαλίων σχετίζεται επίσης με τη διάβρωση των παράκτιων υδροφορέων από θαλασσινό νερό ή σταγονίδια θαλάσσιου νερού. Το ενδεικτικό επίπεδο συγκέντρωσης νατρίου στα υπόγεια ύδατα είναι 20 mg / L. Στο θαλασσινό νερό είναι 10.000 mg / L. Περισσότερα από 50 mg / L νατρίου και καλίου προκαλούν σαπωνοποίηση που επιταχύνει τη διάβρωση στους λέβητες, δημιουργώντας μια κρούστα. Οι χαμηλές συγκεντρώσεις νατρίου και καλίου διευκολύνουν την κανονική οσμωτική ισορροπία των κυττάρων. Οι υψηλές συγκεντρώσεις ιόντων νατρίου στο πόσιμο νερό μπορούν να προκαλέσουν προβλήματα υγείας, όπως αυξημένη αρτηριακή πίεση.
Συντελεστης Απορροφησης Νατριου SAR
Για την εκτίμηση του κινδύνου νατρίωσης του εδάφους και μείωσης της διηθητικότητας χρησιμοποιούμε το λόγο προσρόφησης νατρίου (Sodium Absorption Rate – SAR).
Δείκτης κορεσμου LSI
Ο δείκτης κορεσµού SΙ ή Langelier (Saturation index) χρησιµοποιείται για τον προσδιορισµό των παραµέτρων που συµβάλλουν στη διάβρωση ή την απόθεση ασβεστίτη ή γύψου ή δολοµίτη από το νερό στους σωλήνες µεταφοράς. Για την εκτίμηση του κινδύνου έμφραξης των σταλακτήρων λόγω απόθεσης ανθρακικού ασβεστίου χρησιμοποιείται ο δείκτης κορεσμού του Langelier (Langelier Saturation Index – LSI). Αν η τιμή του LSI είναι θετική τότε υπάρχει κίνδυνος εμφράξεων, ενώ αν παίρνει αρνητικές τιμές δεν υπάρχει κίνδυνος εμφράξεων.
ΥΠΟΛΕΙΠΟΜΕΝΟ ΑΝΘΡΑΚΙΚΟ ΝΑΤΡΙΟ
RSC=(CO3-+HCO3-)-(Ca2++Mg+2). {meq/L} If the RSC < 1.25 the water is considered safe If the RSC > 2.5 the water is not appropriate for irrigation.
Βιοχημικα απαιτουμενο Οξυγονο BOD
BOD5 είναι η ποσότητα του οξυγόνου που καταναλώνεται από τους µικροοργανισµούς για τη βιολογική αποικοδόµηση των οργανικών ενώσεων που περιέχονται στα νερά, σε διάστηµα 5 ηµερών και σε θερµοκρασία 20 ο C. Oι τιµές του BOD δίνουν χρήσιµες πληροφορίες για την ολική φόρτιση των νερών µε οργανικές ενώσεις.
Χημικα απαιτουμενο οξυγονο COD
COD είναι η ποσότητα του οξυγόνου που καταναλώνεται για τη χηµική οξείδωση των οργανικών ενώσεων, οι οποίες βρίσκονται στα νερά.
Ανθρακικα
Τα ανθρακικά και διττανθρακικά ιόντα προκαλούν ιζηματοποίηση του ασβεστίου με αποτέλεσμα την αύξηση του κινδύνου νατρίωσης του εδάφους.